ζυγιάζω
•
- τοποθετώ συμμετρικά και υπολογισμένα Βικιλεξικό
- μεταφορικάκρίνω, συγκρίνω, μετρώ, υπολογίζω Βικιλεξικό
- Αυτά ήθελα να σου πω, γι' αυτό σε φώναξα• και τώρα ζύγιασε καλά τα όσα άκουσες κι αποκρίσου. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- Πές μου τί θὰ κάνεις τὸ ντιράμ . Μοῦ ρίχνει μιά ματιά, σάν νά μέ ζυγιάζει, κι ἄκου τήν καταπληχτική ἀπάντηση πού μοῦ ξεφούρνισε: «Σᾶς ζήτησα ἕνα ντιράμ. Ἐσεῖς μπορεῖτε ν' ἀποφασίσετε ἄν θά μοῦ τό δώσετε ἤ ὄχι. Ὅμως δέν εἶναι ὑποχρεωμένος νά σᾶς πῶ τί θά κάνω.» (Νέα Εστία, τόμος 90, 1971, σελ. 1370)
- Ἡ σεληνάκατος ἔχει ξεκοπεί , δοκιμαστικά ζυγιάζεται, συγκλονιστικά κραδάζει κι ἀκουμπάει στὸ ἀναφούφουλο χῶμα πού ἀναταράζεται καί ξεσηκώνει κύματα σκόνης. (το ελληνικό φανταστικό διήγημα, Τόμος 3, εκδ. Αίολος, 1987)
Ετυμολογία
ζυγιάζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ζυγιάζω < αρχαία ελληνική ζυγός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yugóm (ζυγός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *yewg- (ενώνω, ζεύω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζυγιάζω | ζυγιάζεις | ζυγιάζει | ζυγιάζουμε | ζυγιάζετε | ζυγιάζουν / ζυγιάζουνε |
| Παρατατικός | ζύγιαζα | ζύγιαζες | ζύγιαζε | ζυγιάζαμε | ζυγιάζατε | ζυγιάζαν / ζυγιάζανε / ζύγιαζαν |
| Αόριστος | ζύγιασα | ζύγιασες | ζύγιασε | ζυγιάσαμε | ζυγιάσατε | ζυγιάσαν / ζυγιάσανε / ζύγιασαν |
| Μέλλοντας | θα ζυγιάζω / θα ζυγιάσω | θα ζυγιάζεις / θα ζυγιάσεις | θα ζυγιάζει / θα ζυγιάσει | θα ζυγιάζουμε / θα ζυγιάσουμε | θα ζυγιάζετε / θα ζυγιάσετε | θα ζυγιάζουν / θα ζυγιάζουνε / θα ζυγιάσουν / θα ζυγιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζυγιάσει | έχεις ζυγιάσει | έχει ζυγιάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζυγιάσει | είχες ζυγιάσει | είχε ζυγιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζυγιάσει / να ζυγιάζω / να ζυγιάσω | να έχεις ζυγιάσει / να ζυγιάζεις / να ζυγιάσεις | να έχει ζυγιάσει / να ζυγιάζει / να ζυγιάσει | να ζυγιάζουμε / να ζυγιάσουμε | να ζυγιάζετε / να ζυγιάσετε | να ζυγιάζουν / να ζυγιάζουνε / να ζυγιάσουν / να ζυγιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ζυγιασμένο / ζύγιαζε / ζύγιασε | — | — | ζυγιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζυγιάστηκαζυγιάζομαιζυγιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →