Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αζύγιαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν ζυγιάσει σωστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αζύγιαστος < α- στερητικό + ζυγιάζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζύγιαστοςαζύγιαστηαζύγιαστο
Γενικήαζύγιαστουαζύγιαστηςαζύγιαστου
Αιτιατικήαζύγιαστοαζύγιαστηαζύγιαστο
Κλητικήαζύγιαστεαζύγιαστηαζύγιαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζύγιαστοιαζύγιαστεςαζύγιαστα
Γενικήαζύγιαστωναζύγιαστωναζύγιαστων
Αιτιατικήαζύγιαστουςαζύγιαστεςαζύγιαστα
Κλητικήαζύγιαστοιαζύγιαστεςαζύγιαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →