ζυμάρι
•
- μείγμα από αλεύρι, νερό και μαγιά (συχνά κι άλλα υλικά) που μαλάσσεται (ζυμώνεται) μέχρι να γίνει ένα ομογενές σώμα και από το οποίο μπορούμε να πλάσουμε ψωμί, γλυκίσματα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυμάρι < μεσαιωνική ελληνική < ζυμάριον, υποκοριστικό του ζύμη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζυμάρι | ζυμάρια |
| Γενική | ζυμαριού | ζυμαριών |
| Αιτιατική | ζυμάρι | ζυμάρια |
| Κλητική | ζυμάρι | ζυμάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →