Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζύμη

/ˈzi.mi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίακάθε μείγμα που περιέχει κυρίως αλεύρι και νερό Βικιλεξικό
    • Οι ψεύτικοι Έλληνες, με την ανατροφή αυτή, θα γίνουν Έλληνες αληθινοί, ― άνθρωποι, γιατί έχουν τη ζύμη για να γίνουν, μα τους λείπει η ανατροφή. (Ίων Δραγούμης, Ο ευγενικώτερα πολιτισμένος λαός, 1907)
    • Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 https://aade.gr/sites/default/files/2017-10/pol_1127_2017.pdf)
  2. βιολογίαζυμομύκητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζύμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζύμη < ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yes- (βράζω, αφρίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζύμηζύμες
Γενικήζύμηςζυμών
Αιτιατικήζύμηζύμες
Κλητικήζύμηζύμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →