ζυμαρικό
•
- τρόφιμοη γενική ονομασία για τρόφιμα από ζυμάρι που παρασκευάζεται από σιμιγδάλι, νερό και άλλα υλικά, κόβεται σε διάφορα σχήματα και αποξηραίνεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυμαρικό < ζυμάρ(ι) + -ικό, ουδέτερο του -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζυμαρικό | ζυμαρικά |
| Γενική | ζυμαρικού | ζυμαρικών |
| Αιτιατική | ζυμαρικό | ζυμαρικά |
| Κλητική | ζυμαρικό | ζυμαρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →