ζωή
•
- η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς. Χαρακτηρίζεται από σημαντικές λειτουργίες, όπως η αύξηση, η αναπνοή, η διατροφή, ο μεταβολισμός, η αναπαραγωγή, η προσαρμογή στο περιβάλλον κ.λπ. Βικιλεξικό
- ο Θεός έδωσε ζωή στον άνθρωπο / η ζωή στους άλλους πλανήτες/ η ζωή των φυτών
- το χρονικό διάστημα της ζωής ενός οργανισμού και ειδικότερα ενός ανθρώπου (από τη γέννηση ως το θάνατο ή άλλο χρονικό σημείο) Βικιλεξικό
- μέσος όρος ζωής
- Είναι αδύνατο να ζήσης το απόγευμα της ζωής με τα προγράμματα που είναι κατάλληλα για το πρωινό, γιατί αυτό που είχε μεγάλη σημασία τότε, θα έχει πολύ λίγη σημασία τώρα και η αλήθεια του πρωινού θα είναι το ψέμα του απογεύματος.
- ο άνθρωπος ως φορέας ζωής Βικιλεξικό
- στον πόλεμο χάθηκαν χιλιάδες ζωές
- το σύνολο των εμπειριών και βιωμάτων κάποιου Βικιλεξικό
- μια ζωή γεμάτη πίκρες
- Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
- ο τρόπος με τον οποίο ζει κανείς Βικιλεξικό
- Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)
- κάνω άστατη ζωή / φοιτητική ζωή / οικογενειακή ζωή / σκυλίσια ζωή
- περνάω ζωή και κότα / κάνει ζωή χαρισάμενη
- το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ορισμένο τομέα Βικιλεξικό
- πνευματική ζωή / η πολιτική ζωή του τόπου
- μεταφορικάζωντάνια, ενεργητικότητα Βικιλεξικό
- παιδί όλο ζωή
- ο χρόνος διάρκειας ή λειτουργίας προϊόντος Βικιλεξικό
- η ζωή μιας μπαταρίας
- τα υλικά μέσα που χρειάζεται κάποιος για να ζήσει Βικιλεξικό
- Kερδίζει τη ζωή του με κόπο και ιδρώτα.
Ετυμολογία
ζωή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζωή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωή | ζωές |
| Γενική | ζωής | ζωών |
| Αιτιατική | ζωή | ζωές |
| Κλητική | ζωή | ζωές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →