Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θάνατος

/ˈθa.na.tos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίαη οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός οργανισμού: αναπνοή, πέψη, λειτουργία του νευρικού συστήματος Βικιλεξικό
    • αιφνίδιος θάνατος
    • ακαριαίος θάνατος
    • Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
    • Ο Σαμιέλ Πατί ήθελε να διδάξει την ελευθερία της έκφρασης και την περίπτωση του Charlie Hebdo αλλά ο θρησκευτικός φανατισμός και ένα ψέμμα τον οδήγησαν σε φρικτό θάνατο (Γαλλία: Ένας δάσκαλος που αποκεφαλίστηκε για ένα ψέμμα - Σε δίκη οκτώ άτομα, 3/11/2024 https://www.lifo.gr/now/world/gallia-enas-daskalos-poy-apokefalistike-gia-ena-psemma-se-diki-okto-atoma)
  2. κατ’ επέκτασητο τέλος, ο αφανισμός Βικιλεξικό
    • ο θάνατος του ελεύθερου εμπορίου
    • ο θάνατος της αποικιοκρατίας
  3. μεταφορικάγεγονός επιζήμιο, δυσάρεστο ή οδυνηρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θάνατος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάνατος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰnh₂-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθάνατοςθάνατοι
Γενικήθανάτουθανάτων
Αιτιατικήθάνατοθανάτους
Κλητικήθάνατεθάνατοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →