θάνατος
•
- βιολογίαη οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός οργανισμού: αναπνοή, πέψη, λειτουργία του νευρικού συστήματος Βικιλεξικό
- αιφνίδιος θάνατος
- ακαριαίος θάνατος
- Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
- Ο Σαμιέλ Πατί ήθελε να διδάξει την ελευθερία της έκφρασης και την περίπτωση του Charlie Hebdo αλλά ο θρησκευτικός φανατισμός και ένα ψέμμα τον οδήγησαν σε φρικτό θάνατο (Γαλλία: Ένας δάσκαλος που αποκεφαλίστηκε για ένα ψέμμα - Σε δίκη οκτώ άτομα, 3/11/2024 https://www.lifo.gr/now/world/gallia-enas-daskalos-poy-apokefalistike-gia-ena-psemma-se-diki-okto-atoma)
- κατ’ επέκτασητο τέλος, ο αφανισμός Βικιλεξικό
- ο θάνατος του ελεύθερου εμπορίου
- ο θάνατος της αποικιοκρατίας
- μεταφορικάγεγονός επιζήμιο, δυσάρεστο ή οδυνηρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θάνατος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάνατος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰnh₂-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θάνατος | θάνατοι |
| Γενική | θανάτου | θανάτων |
| Αιτιατική | θάνατο | θανάτους |
| Κλητική | θάνατε | θάνατοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →