ζωανθρωπικός
•
- που έχει σχέση με τη ζωανθρωπία ή τον ζωάνθρωπο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωανθρωπικός < ζωανθρωπία / ζωάνθρωπος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωανθρωπικός | ζωανθρωπική | ζωανθρωπικό |
| Γενική | ζωανθρωπικού | ζωανθρωπικής | ζωανθρωπικού |
| Αιτιατική | ζωανθρωπικό | ζωανθρωπική | ζωανθρωπικό |
| Κλητική | ζωανθρωπικέ | ζωανθρωπική | ζωανθρωπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωανθρωπικοί | ζωανθρωπικές | ζωανθρωπικά |
| Γενική | ζωανθρωπικών | ζωανθρωπικών | ζωανθρωπικών |
| Αιτιατική | ζωανθρωπικούς | ζωανθρωπικές | ζωανθρωπικά |
| Κλητική | ζωανθρωπικοί | ζωανθρωπικές | ζωανθρωπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →