Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωανθρωπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη ζωανθρωπία ή τον ζωάνθρωπο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζωανθρωπικός < ζωανθρωπία / ζωάνθρωπος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωανθρωπικόςζωανθρωπικήζωανθρωπικό
Γενικήζωανθρωπικούζωανθρωπικήςζωανθρωπικού
Αιτιατικήζωανθρωπικόζωανθρωπικήζωανθρωπικό
Κλητικήζωανθρωπικέζωανθρωπικήζωανθρωπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωανθρωπικοίζωανθρωπικέςζωανθρωπικά
Γενικήζωανθρωπικώνζωανθρωπικώνζωανθρωπικών
Αιτιατικήζωανθρωπικούςζωανθρωπικέςζωανθρωπικά
Κλητικήζωανθρωπικοίζωανθρωπικέςζωανθρωπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →