Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωηρός

/zo.iˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα Βικιλεξικό
    • Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. έντονος Βικιλεξικό
    • ζωηρό ενδιαφέρον, ζωηρά χρώματα
  3. άτακτος Βικιλεξικό
    • Πολύ ζωηρό παιδί αυτός ο Γιάννης.

Ετυμολογία

ζωηρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ζωηρός ή μεσαιωνική ελληνική ζωηρός. Μορφολογικά αναλύεται σε ζω(ή) + -ηρός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωηρόςζωηρήζωηρό
Γενικήζωηρούζωηρήςζωηρού
Αιτιατικήζωηρόζωηρήζωηρό
Κλητικήζωηρέζωηρήζωηρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωηροίζωηρέςζωηρά
Γενικήζωηρώνζωηρώνζωηρών
Αιτιατικήζωηρούςζωηρέςζωηρά
Κλητικήζωηροίζωηρέςζωηρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →