ζωηρός
•
- που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα Βικιλεξικό
- Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- έντονος Βικιλεξικό
- ζωηρό ενδιαφέρον, ζωηρά χρώματα
- άτακτος Βικιλεξικό
- Πολύ ζωηρό παιδί αυτός ο Γιάννης.
Ετυμολογία
ζωηρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ζωηρός ή μεσαιωνική ελληνική ζωηρός. Μορφολογικά αναλύεται σε ζω(ή) + -ηρός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωηρός | ζωηρή | ζωηρό |
| Γενική | ζωηρού | ζωηρής | ζωηρού |
| Αιτιατική | ζωηρό | ζωηρή | ζωηρό |
| Κλητική | ζωηρέ | ζωηρή | ζωηρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωηροί | ζωηρές | ζωηρά |
| Γενική | ζωηρών | ζωηρών | ζωηρών |
| Αιτιατική | ζωηρούς | ζωηρές | ζωηρά |
| Κλητική | ζωηροί | ζωηρές | ζωηρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →