ζωηράδα
•
- το χαρακτηριστικό του ζωηρού, το να είναι κανείς ζωηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωηράδα < ζωηρός + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωηράδα | ζωηράδες |
| Γενική | ζωηράδας | ζωηράδων |
| Αιτιατική | ζωηράδα | ζωηράδες |
| Κλητική | ζωηράδα | ζωηράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →