Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζόρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. δύσκολος, που χρειάζεται προσπάθεια ή δύναμη για να αντιμετωπιστεί Βικιλεξικό
    • ζόρικα προβλήματα, ζόρικοι καιροί
  2. για άνθρωποπου ζορίζει τους άλλους, νταής, απειλητικός, εκφοβιστικός Βικιλεξικό
  3. για ανθρώπινη ενέργειαπου ταιριάζει σε κάποιον νταή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζόρικος < ζόρ(ι) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζόρικοςζόρικη / ζόρικιαζόρικο
Γενικήζόρικουζόρικης / ζόρικιαςζόρικου
Αιτιατικήζόρικοζόρικη / ζόρικιαζόρικο
Κλητικήζόρικεζόρικη / ζόρικιαζόρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζόρικοιζόρικεςζόρικα
Γενικήζόρικωνζόρικωνζόρικων
Αιτιατικήζόρικουςζόρικεςζόρικα
Κλητικήζόρικοιζόρικεςζόρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →