ζόρικος
•
- δύσκολος, που χρειάζεται προσπάθεια ή δύναμη για να αντιμετωπιστεί Βικιλεξικό
- ζόρικα προβλήματα, ζόρικοι καιροί
- για άνθρωποπου ζορίζει τους άλλους, νταής, απειλητικός, εκφοβιστικός Βικιλεξικό
- για ανθρώπινη ενέργειαπου ταιριάζει σε κάποιον νταή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζόρικος < ζόρ(ι) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζόρικος | ζόρικη / ζόρικια | ζόρικο |
| Γενική | ζόρικου | ζόρικης / ζόρικιας | ζόρικου |
| Αιτιατική | ζόρικο | ζόρικη / ζόρικια | ζόρικο |
| Κλητική | ζόρικε | ζόρικη / ζόρικια | ζόρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζόρικοι | ζόρικες | ζόρικα |
| Γενική | ζόρικων | ζόρικων | ζόρικων |
| Αιτιατική | ζόρικους | ζόρικες | ζόρικα |
| Κλητική | ζόρικοι | ζόρικες | ζόρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →