ζόρι
•
- η άσκηση δύναμης πάνω σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
- αυτή βίδα δεν ξεβιδώνει με τίποτα, θέλει πολύ ζόρι
- η άσκηση ψυχολογικής πίεσης ή η χρήση απειλών Βικιλεξικό
- μίλησέ του γλυκά, δε σηκώνει ζόρια αυτός
- η χρήση βίας Βικιλεξικό
- αν δε μου δώσεις αυτό που θέλω, θα το πάρω με το ζόρι
- με το ζόρι: με τη βία, στανικώς
Ετυμολογία
ζόρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική zor < περσική زور (zōr: δύναμη) < μέση περσική zwl (zōr)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζόρι | ζόρια |
| Γενική | ζοριού | ζοριών |
| Αιτιατική | ζόρι | ζόρια |
| Κλητική | ζόρι | ζόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →