ηδυπάθεια
•
- λόγιοη τάση και η ροπή προς τις σαρκικές απολαύσεις, φιληδονία, ακολασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηδυπάθεια | ηδυπάθειες |
| Γενική | ηδυπάθειας | ηδυπαθειών |
| Αιτιατική | ηδυπάθεια | ηδυπάθειες |
| Κλητική | ηδυπάθεια | ηδυπάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →