Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάσχω

/ˈpa.sxo/ρήμα
•
  1. είμαι άρρωστος, υποφέρω από κάτι, παθαίνω Βικιλεξικό
    • Πάσχω από αρθριτικά.
    • Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)

Ετυμολογία

πάσχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάσχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπάσχωπάσχειςπάσχειπάσχουμεπάσχετεπάσχουν / πάσχουνε
Παρατατικόςέπασχαέπασχεςέπασχεπάσχαμεπάσχατεέπασχαν / πάσχαν / πάσχανε
Μέλλονταςθα πάσχωθα πάσχειςθα πάσχειθα πάσχουμεθα πάσχετεθα πάσχουν / θα πάσχουνε
Υποτακτικήνα πάσχωνα πάσχειςνα πάσχεινα πάσχουμενα πάσχετενα πάσχουν / να πάσχουνε
Προστακτική—πάσχε——πάσχετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →