ηδύτητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του ηδέος, το να είναι κάποιος ηδύς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηδύτητα < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἡδύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sweh₂dús (ηδύς) < *sweh₂d- (ηδύς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηδύτητα | ηδύτητες |
| Γενική | ηδύτητας | ηδυτήτων |
| Αιτιατική | ηδύτητα | ηδύτητες |
| Κλητική | ηδύτητα | ηδύτητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →