Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηδύφωνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιογλυκύφωνος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηδύφωνος < ελληνιστική κοινή ἡδύφωνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηδύφωνοςηδύφωνηηδύφωνο
Γενικήηδύφωνουηδύφωνηςηδύφωνου
Αιτιατικήηδύφωνοηδύφωνηηδύφωνο
Κλητικήηδύφωνεηδύφωνηηδύφωνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηδύφωνοιηδύφωνεςηδύφωνα
Γενικήηδύφωνωνηδύφωνωνηδύφωνων
Αιτιατικήηδύφωνουςηδύφωνεςηδύφωνα
Κλητικήηδύφωνοιηδύφωνεςηδύφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →