ηθικός
•
- σχετικός με την ηθική· αυτός που σχετίζεται με εγκρατή, λειτουργική, κοινωνικά αποδεκτή κι ενίοτε αξιέπαινη συμπεριφορά Βικιλεξικό
- σπάνιοο ηθολογικός· σχετικός με το ήθος (είτε ως συμπεριφορά είτε ως ηθική) Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαπου μελετά το καλό και το κακό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηθικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἠθικός (που αναφέρεται στα ήθη, τον χαρακτήρα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική moral : για τη φιλοσοφία < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική moral
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηθικός | ηθική | ηθικό |
| Γενική | ηθικού | ηθικής | ηθικού |
| Αιτιατική | ηθικό | ηθική | ηθικό |
| Κλητική | ηθικέ | ηθική | ηθικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηθικοί | ηθικές | ηθικά |
| Γενική | ηθικών | ηθικών | ηθικών |
| Αιτιατική | ηθικούς | ηθικές | ηθικά |
| Κλητική | ηθικοί | ηθικές | ηθικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →