Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλιοβασίλεμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η δύση του ήλιου Βικιλεξικό
    • Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 https://psarema.natexmedia.gr/psaria/psaria-n-w/sargos/kalokairi-to-xroniko-mias-aprosmenis-anametrisis)

Ετυμολογία

ηλιοβασίλεμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἡλιοβασίλευμαν. Αναλύεται σε ηλιο- + βασίλεμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηλιοβασίλεμαηλιοβασιλέματα
Γενικήηλιοβασιλέματοςηλιοβασιλεμάτων
Αιτιατικήηλιοβασίλεμαηλιοβασιλέματα
Κλητικήηλιοβασίλεμαηλιοβασιλέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →