λιόγερμα
•
- λαϊκόη δύση του ήλιου Βικιλεξικό
- ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Βραδινή πομπή, απόσπασμα από την ποιητική συλλογή Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη (1967-1971), στιχ. 3 (2-4) @greek-language.gr
Ετυμολογία
λιόγερμα < (ήλιος) λιό- + γέρμα (< γέρνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιόγερμα | λιογέρματα |
| Γενική | λιογέρματος | λιογερμάτων |
| Αιτιατική | λιόγερμα | λιογέρματα |
| Κλητική | λιόγερμα | λιογέρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →