ηλιοκαμένος
•
- που έχει εκτεθεί πολύ στον ήλιο και το δέρμα του έχει σκουρήνει Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ἡ θάλασσα, από τη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης, αρχική έκδοση: Αθήνα 1899.
- 20ός αιώνας, ⌘ Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, Πρώτα ποιήματα, Του Αιγαίου, στίχ. 44 (44-48).
- 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Προσχέδια [1954-1960], Νεκρό καλοκαίρι, στίχ. 77 (75-77).
- άλλες μορφές: ηλιόκαος (λογοτεχνικό), λιοκαμένος (λογοτεχνικό), ηλιοκαϊμένος
Ετυμολογία
ηλιοκαμένος < ηλιο- + μετοχή καμένος του καίω
Άλλοι τύποι
ηλιοκαμέναηλιοκαμένεηλιοκαμένεςηλιοκαμένηηλιοκαμένηςηλιοκαμένοηλιοκαμένοιηλιοκαμένοςηλιοκαμένουηλιοκαμένουςηλιοκαμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →