ημερεύω
•
- μεταβατικόεξημερώνω, τιθασεύω κάποιον / κάτι Βικιλεξικό
- μεταβατικόκαθησυχάζω κάποιον, προσπαθώ να τον ηρεμήσω Βικιλεξικό
- αμετάβατοηρεμώ, έχω ηπιότερη συμπεριφορά Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι λιγότερο έντονος, άγριος ή απότομος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημερεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ημερεύω < ἥμερος < αρχαία ελληνική ἥμερος. Συγχρονικά αναλύεται σε ήμερ(ος) + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ημερεύω | ημερεύεις | ημερεύει | ημερεύουμε | ημερεύετε | ημερεύουν / ημερεύουνε |
| Παρατατικός | ημέρευα | ημέρευες | ημέρευε | ημερεύαμε | ημερεύατε | ημέρευαν / ημερεύαν / ημερεύανε |
| Αόριστος | ημέρεψα | ημέρεψες | ημέρεψε | ημερέψαμε | ημερέψατε | ημέρεψαν / ημερέψαν / ημερέψανε |
| Μέλλοντας | θα ημερέψω / θα ημερεύω | θα ημερέψεις / θα ημερεύεις | θα ημερέψει / θα ημερεύει | θα ημερέψουμε / θα ημερεύουμε | θα ημερέψετε / θα ημερεύετε | θα ημερέψουν / θα ημερέψουνε / θα ημερεύουν / θα ημερεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ημερέψει | έχεις ημερέψει | έχει ημερέψει | έχουμε ημερέψει | έχετε ημερέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ημερέψει | είχες ημερέψει | είχε ημερέψει | είχαμε ημερέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ημερέψει / να ημερέψω / να ημερεύω | να έχεις ημερέψει / να ημερέψεις / να ημερεύεις | να έχει ημερέψει / να ημερέψει / να ημερεύει | να έχουμε ημερέψει / να ημερέψουμε / να ημερεύουμε | να έχετε ημερέψει / να ημερέψετε / να ημερεύετε | να ημερέψουν / να ημερέψουνε / να ημερεύουν / να ημερεύουνε |
| Προστακτική | — | ημέρευε / ημέρεψε | — | — | ημερέψτε / ημερεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →