Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημερεύω

/i.meˈɾe.vo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόεξημερώνω, τιθασεύω κάποιον / κάτι Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόκαθησυχάζω κάποιον, προσπαθώ να τον ηρεμήσω Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοηρεμώ, έχω ηπιότερη συμπεριφορά Βικιλεξικό
  4. αμετάβατογίνομαι λιγότερο έντονος, άγριος ή απότομος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημερεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ημερεύω < ἥμερος < αρχαία ελληνική ἥμερος. Συγχρονικά αναλύεται σε ήμερ(ος) + -εύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςημερεύωημερεύειςημερεύειημερεύουμεημερεύετεημερεύουν / ημερεύουνε
Παρατατικόςημέρευαημέρευεςημέρευεημερεύαμεημερεύατεημέρευαν / ημερεύαν / ημερεύανε
Αόριστοςημέρεψαημέρεψεςημέρεψεημερέψαμεημερέψατεημέρεψαν / ημερέψαν / ημερέψανε
Μέλλονταςθα ημερέψω / θα ημερεύωθα ημερέψεις / θα ημερεύειςθα ημερέψει / θα ημερεύειθα ημερέψουμε / θα ημερεύουμεθα ημερέψετε / θα ημερεύετεθα ημερέψουν / θα ημερέψουνε / θα ημερεύουν / θα ημερεύουνε
Παρακείμενοςέχω ημερέψειέχεις ημερέψειέχει ημερέψειέχουμε ημερέψειέχετε ημερέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα ημερέψειείχες ημερέψειείχε ημερέψειείχαμε ημερέψει——
Υποτακτικήνα έχω ημερέψει / να ημερέψω / να ημερεύωνα έχεις ημερέψει / να ημερέψεις / να ημερεύειςνα έχει ημερέψει / να ημερέψει / να ημερεύεινα έχουμε ημερέψει / να ημερέψουμε / να ημερεύουμενα έχετε ημερέψει / να ημερέψετε / να ημερεύετενα ημερέψουν / να ημερέψουνε / να ημερεύουν / να ημερεύουνε
Προστακτική—ημέρευε / ημέρεψε——ημερέψτε / ημερεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →