ήμερος
•
- για ζώαπου δεν είναι άγριος, που έχει εξημερωθεί· εξημερωμένος Βικιλεξικό
- για φυτάπου καλλιεργείται από τον άνθρωπο, που δεν φυτρώνει από μόνος του σε άγρια κατάσταση Βικιλεξικό
- για ανθρώπουςπράος Βικιλεξικό
- που γίνεται χωρίς βία ή χωρίς ένταση Βικιλεξικό
- Ο Παντελής την έθαψε χωρίς σπαραγμό κ' ευχαρίστησε το θεό για τον ήμερο θάνατο που της έδωσε.
- για τη θάλασσαπου δεν έχει κύμα Βικιλεξικό
- Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
Ετυμολογία
ήμερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἥμερος : Δε σχετίζεται με το ημέρα < ἦμαρ.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ήμερος | ήμερη | ήμερο |
| Γενική | ήμερου | ήμερης | ήμερου |
| Αιτιατική | ήμερο | ήμερη | ήμερο |
| Κλητική | ήμερε | ήμερη | ήμερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ήμεροι | ήμερες | ήμερα |
| Γενική | ήμερων | ήμερων | ήμερων |
| Αιτιατική | ήμερους | ήμερες | ήμερα |
| Κλητική | ήμεροι | ήμερες | ήμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →