Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ήμερος

/ˈi.me.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ζώαπου δεν είναι άγριος, που έχει εξημερωθεί· εξημερωμένος Βικιλεξικό
  2. για φυτάπου καλλιεργείται από τον άνθρωπο, που δεν φυτρώνει από μόνος του σε άγρια κατάσταση Βικιλεξικό
  3. για ανθρώπουςπράος Βικιλεξικό
  4. που γίνεται χωρίς βία ή χωρίς ένταση Βικιλεξικό
    • Ο Παντελής την έθαψε χωρίς σπαραγμό κ' ευχαρίστησε το θεό για τον ήμερο θάνατο που της έδωσε.
  5. για τη θάλασσαπου δεν έχει κύμα Βικιλεξικό
    • Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρω­τήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)

Ετυμολογία

ήμερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἥμερος : Δε σχετίζεται με το ημέρα < ἦμαρ.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήήμεροςήμερηήμερο
Γενικήήμερουήμερηςήμερου
Αιτιατικήήμεροήμερηήμερο
Κλητικήήμερεήμερηήμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήήμεροιήμερεςήμερα
Γενικήήμερωνήμερωνήμερων
Αιτιατικήήμερουςήμερεςήμερα
Κλητικήήμεροιήμερεςήμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →