ημεροδείκτης
•
- ημερολόγιο που έχει τόσες σελίδες όσες και οι μέρες του έτους και σε κάθε σελίδα δίνονται πληροφορίες για την αντίστοιχη μέρα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηηλεκτρονικό ημερολόγιο με την ίδια οργάνωση Βικιλεξικό
- γενικότερακάθε ημερολόγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημεροδείκτης < ημερο- + -δείκτης :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1879
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημεροδείκτης | ημεροδείκτες |
| Γενική | ημεροδείκτη | ημεροδεικτών |
| Αιτιατική | ημεροδείκτη | ημεροδείκτες |
| Κλητική | ημεροδείκτη | ημεροδείκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →