ημερολόγιο
•
- σύστημα που ακολουθείται από ένα ή περισσότερους λαούς σχετικά με τον καθορισμό της διάρκειας του έτους, των μηνών, τον καθορισμό των δίσεκτων ετών ή άλλων μορφών εμβόλιμων ημερών κλπ Βικιλεξικό
- ηλιακό, σεληνιακό, Ιουλιανό, Γρηγοριανό ημερολόγιο
- έντυπο που αναγράφει όλες τις ημέρες του έτους, συχνά με πρόσθετες πληροφορίες όπως οι θρησκευτικές εορτές, η ανατολή και η δύση του ήλιου κλπ Βικιλεξικό
- Διαβάζοντας την είδηση, χρειάστηκε να ελέγξω 3 φορές για να σιγουρευτώ πως το ημερολόγιο δεν έγραφε ακόμη "1η Απριλίου" και ότι κάποιος αναίσθητος φαρσέρ, με άκρως διεστραμμένη και αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ, δεν προσπαθούσε να μας βάλει στο πνεύμα της δικής του ψυχανωμαλίας. (Ευτυχώς, δεν είναι εντελώς τυφλή! Αλλά…, Capital, 5/4/2023 https://www.capital.gr/o-petros-lazos-grafei/3708318/eutuxos-den-einai-entelos-tufli-alla/)
- η προσωπική καταγραφή των σκέψεων και της ζωής κάποιου Βικιλεξικό
- το βιβλίο που κάποιος καταγράφει τις σκέψεις του και τη ζωή του Βικιλεξικό
- λογιστικήλογιστικό βιβλίο καταγραφής ημερήσιων λογιστικών γεγονότων Βικιλεξικό
- ... λογιστικό αρχείο είναι το Ημερολόγιο του διπλογραφικού συστήματος, στο οποίο καταχωρίζονται τα λογιστικά γεγονότα με ημερολογιακή σειρά, ...
- επίσημο βιβλίο καταγραφής συμβάντων Βικιλεξικό
- ημερολόγιο υπηρεσίας, ημερολόγιο γεφύρας ή ημερολόγιο καταστρώματος κ.ά.
Ετυμολογία
ημερολόγιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἡμερολόγιον < ἡμερ(α) + -ο- + -λόγιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημερολόγιο | ημερολόγια |
| Γενική | ημερολογίου / ημερολόγιου | ημερολογίων / ημερολόγιων |
| Αιτιατική | ημερολόγιο | ημερολόγια |
| Κλητική | ημερολόγιο | ημερολόγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →