ημερομίσθιο
•
- η αμοιβή για την εργασία μιας ημέρας (αφορά τους εργάτες σε αντίθεση με τους υπαλλήλους που παίρνουν μισθό) Βικιλεξικό
- το να έχει εργαστεί κάποιος για μια ημέρα Βικιλεξικό
- καλύπτεται ασφαλιστικά όποιος έχει πραγματοποιήσει 50 τουλάχιστον ημερομίσθια κατά το προηγούμενο έτος
Ετυμολογία
ημερομίσθιο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημερομίσθιο | ημερομίσθια |
| Γενική | ημερομίσθιου / ημερομισθίου | ημερομισθίων |
| Αιτιατική | ημερομίσθιο | ημερομίσθια |
| Κλητική | ημερομίσθιο | ημερομίσθια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →