Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημερομίσθιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αμοιβή για την εργασία μιας ημέρας (αφορά τους εργάτες σε αντίθεση με τους υπαλλήλους που παίρνουν μισθό) Βικιλεξικό
  2. το να έχει εργαστεί κάποιος για μια ημέρα Βικιλεξικό
    • καλύπτεται ασφαλιστικά όποιος έχει πραγματοποιήσει 50 τουλάχιστον ημερομίσθια κατά το προηγούμενο έτος

Ετυμολογία

ημερομίσθιο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήημερομίσθιοημερομίσθια
Γενικήημερομίσθιου / ημερομισθίουημερομισθίων
Αιτιατικήημερομίσθιοημερομίσθια
Κλητικήημερομίσθιοημερομίσθια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →