μεροκάματο
•
- το ημερομίσθιο, η αμοιβή για μια ημέρα εργασίας Βικιλεξικό
- το ημερομίσθιο, το να έχει εργαστεί κάποιος για μια ημέρα Βικιλεξικό
- Δεν έχει κάνει ακόμα 50 μεροκάματα για να βγάλει βιβλιάριο υγείας στο ΙΚΑ.
- κατ’ επέκτασηη κοπιαστική δουλειά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεροκάματο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἡμεροκάματον, με αποβολή του αρχικού άτονου η. Μορφολογικά αναλύεται σε < ημέρ(α) + -ο- + κάματ(ος) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεροκάματο | μεροκάματα |
| Γενική | μεροκάματου | μεροκάματων |
| Αιτιατική | μεροκάματο | μεροκάματα |
| Κλητική | μεροκάματο | μεροκάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →