Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεροκάματο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ημερομίσθιο, η αμοιβή για μια ημέρα εργασίας Βικιλεξικό
  2. το ημερομίσθιο, το να έχει εργαστεί κάποιος για μια ημέρα Βικιλεξικό
    • Δεν έχει κάνει ακόμα 50 μεροκάματα για να βγάλει βιβλιάριο υγείας στο ΙΚΑ.
  3. κατ’ επέκτασηη κοπιαστική δουλειά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεροκάματο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἡμεροκάματον, με αποβολή του αρχικού άτονου η. Μορφολογικά αναλύεται σε < ημέρ(α) + -ο- + κάματ(ος) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεροκάματομεροκάματα
Γενικήμεροκάματουμεροκάματων
Αιτιατικήμεροκάματομεροκάματα
Κλητικήμεροκάματομεροκάματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →