ημικός
•
- κοινωνιολογίαπου σχετίζεται με τον αυτοπροσδιορισμό ενός ατόμου ή λαού, με την αντίληψη που έχουν τα μέλη μιας πολιτισμικής ή εθνικής ομάδας για τον εαυτό τους Βικιλεξικό
- Οι ελληνόφωνοι του Βυζαντίου, ωστόσο, αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι και όχι ως Έλληνες. Παρότι ορισμένες φορές ο αυτοπροσδιορισμός αυτός απορρίπτεται χωρίς πειστικά επιχειρήματα, είναι σημαντικό κάποιος να επιμείνει σε αυτόν καθώς αποτελεί την ημική αντίληψη των ελληνοφώνων του Βυζαντίου για την ταυτότητά τους. Εάν δεν είχε σημασία γι’ αυτούς, δεν θα τον χρησιμοποιούσαν. (Καλοδούκας Οδυσσέας, Η ρωμαϊκή ταυτότητα σε βυζαντινές πηγές του 11ου αιώνα, σελ. 17-18)
Ετυμολογία
ημικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική emic < phonemic < phoneme < αρχαία ελληνική φώνημα < φωνέω < φωνή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημικός | ημική | ημικό |
| Γενική | ημικού | ημικής | ημικού |
| Αιτιατική | ημικό | ημική | ημικό |
| Κλητική | ημικέ | ημική | ημικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημικοί | ημικές | ημικά |
| Γενική | ημικών | ημικών | ημικών |
| Αιτιατική | ημικούς | ημικές | ημικά |
| Κλητική | ημικοί | ημικές | ημικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →