ητικός
•
- κοινωνιολογίαπου σχετίζεται με τον ετεροπροσδιορισμό ενός ατόμου ή λαού, με την αντίληψη που έχουν τα μέλη μιας άλλης / ξένης πολιτισμικής ή εθνικής ομάδας για το(ν) προς εξέταση άτομο ή λαό Βικιλεξικό
- Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ητική αντίληψη περί ταυτότητας είναι γενικώς άνευ σημασίας. Για παράδειγμα, σε συνθήκες στενής αλληλεπίδρασης δύο ομάδων όπου η μία είναι κυρίαρχη σε βάρος της άλλης, ενδέχεται η ητική αντίληψη της κυρίαρχης ομάδας για τη δεύτερη να επηρεάσει την ημική αντίληψη της δεύτερης με διάφορους τρόπους (Καλοδούκας Οδυσσέας, Η ρωμαϊκή ταυτότητα σε βυζαντινές πηγές του 11ου αιώνα, σελ. 19, υποσημείωση 77)
Ετυμολογία
ητικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική etic < phonetic < λατινική phoneticus < ελληνιστική κοινή φωνητικός < αρχαία ελληνική φωνέω < φωνή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ητικός | ητική | ητικό |
| Γενική | ητικού | ητικής | ητικού |
| Αιτιατική | ητικό | ητική | ητικό |
| Κλητική | ητικέ | ητική | ητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ητικοί | ητικές | ητικά |
| Γενική | ητικών | ητικών | ητικών |
| Αιτιατική | ητικούς | ητικές | ητικά |
| Κλητική | ητικοί | ητικές | ητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →