Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιπερίοδος

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήτμήμα λόγου, υποτμήμα της περιόδου, αποτελούμενο από μία ή πιο πολλές προτάσεις, που λήγουν σε άνω τελεία Βικιλεξικό
  2. περίοδος πανεπιστημιακών εξετάσεων με δικαίωμα εξέτασης σε περιορισμένο αριθμό μαθημάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημιπερίοδος < ημι- + περίοδος (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική semicolon # ημιπερίοδος < ημι- + περίοδος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήημιπερίοδοςημιπερίοδοι / ημιπερίοδοι ημιπερίοδες
Γενικήημιπεριόδουημιπεριόδων
Αιτιατικήημιπερίοδοημιπεριόδους / ημιπεριόδους ημιπερίοδες
Κλητικήημιπερίοδε / ημιπερίοδε ημιπερίοδοημιπερίοδοι / ημιπερίοδοι ημιπερίοδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →