ημιπερίοδος
•
- γραμματικήτμήμα λόγου, υποτμήμα της περιόδου, αποτελούμενο από μία ή πιο πολλές προτάσεις, που λήγουν σε άνω τελεία Βικιλεξικό
- περίοδος πανεπιστημιακών εξετάσεων με δικαίωμα εξέτασης σε περιορισμένο αριθμό μαθημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιπερίοδος < ημι- + περίοδος (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική semicolon # ημιπερίοδος < ημι- + περίοδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιπερίοδος | ημιπερίοδοι / ημιπερίοδοι ημιπερίοδες |
| Γενική | ημιπεριόδου | ημιπεριόδων |
| Αιτιατική | ημιπερίοδο | ημιπεριόδους / ημιπεριόδους ημιπερίοδες |
| Κλητική | ημιπερίοδε / ημιπερίοδε ημιπερίοδο | ημιπερίοδοι / ημιπερίοδοι ημιπερίοδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →