ημιρυμουλκούμενος
•
- που αφορά όχημα ή κατασκευή που έχει πίσω άξονα με ρόδες, όχι όμως και μπροστά, και μπορεί να ρυμουλκηθεί Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοημιρυμουλκούμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιρυμουλκούμενος < ημι- + ρυμουλκούμενος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική semi-trailer)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιρυμουλκούμενος | ημιρυμουλκούμενη | ημιρυμουλκούμενο |
| Γενική | ημιρυμουλκούμενου | ημιρυμουλκούμενης | ημιρυμουλκούμενου |
| Αιτιατική | ημιρυμουλκούμενο | ημιρυμουλκούμενη | ημιρυμουλκούμενο |
| Κλητική | ημιρυμουλκούμενε | ημιρυμουλκούμενη | ημιρυμουλκούμενο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιρυμουλκούμενοι | ημιρυμουλκούμενες | ημιρυμουλκούμενα |
| Γενική | ημιρυμουλκούμενων | ημιρυμουλκούμενων | ημιρυμουλκούμενων |
| Αιτιατική | ημιρυμουλκούμενους | ημιρυμουλκούμενες | ημιρυμουλκούμενα |
| Κλητική | ημιρυμουλκούμενοι | ημιρυμουλκούμενες | ημιρυμουλκούμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →