ρυμουλκώ
•
- τραβώ μη αυτοκινούμενο μέσο με ρυμούλκιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρυμουλκώ < ελληνιστική κοινή ῥυμουλκέω / ῥυμουλκῶ < αρχαία ελληνική ῥῦμα + ἕλκω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρυμουλκώ | ρυμουλκείς | ρυμουλκεί | ρυμουλκούμε | ρυμουλκείτε | ρυμουλκούν / ρυμουλκούνε |
| Παρατατικός | ρυμουλκούσα | ρυμουλκούσες | ρυμουλκούσε | ρυμουλκούσαμε | ρυμουλκούσατε | ρυμουλκούσαν / ρυμουλκούσανε |
| Αόριστος | ρυμούλκησα | ρυμούλκησες | ρυμούλκησε | ρυμουλκήσαμε | ρυμουλκήσατε | ρυμουλκήσαν / ρυμουλκήσανε / ρυμούλκησαν |
| Μέλλοντας | θα ρυμουλκήσω / θα ρυμουλκώ | θα ρυμουλκήσεις / θα ρυμουλκείς | θα ρυμουλκήσει / θα ρυμουλκεί | θα ρυμουλκήσουμε / θα ρυμουλκούμε | θα ρυμουλκήσετε / θα ρυμουλκείτε | θα ρυμουλκήσουν / θα ρυμουλκήσουνε / θα ρυμουλκούν / θα ρυμουλκούνε |
| Παρακείμενος | έχω ρυμουλκήσει | έχεις ρυμουλκήσει | έχει ρυμουλκήσει | έχουμε ρυμουλκήσει | έχετε ρυμουλκήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρυμουλκήσει | είχες ρυμουλκήσει | είχε ρυμουλκήσει | είχαμε ρυμουλκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρυμουλκήσει / να ρυμουλκήσω / να ρυμουλκώ | να έχεις ρυμουλκήσει / να ρυμουλκήσεις / να ρυμουλκείς | να έχει ρυμουλκήσει / να ρυμουλκήσει / να ρυμουλκεί | να έχουμε ρυμουλκήσει / να ρυμουλκήσουμε / να ρυμουλκούμε | να έχετε ρυμουλκήσει / να ρυμουλκήσετε / να ρυμουλκείτε | να ρυμουλκήσουν / να ρυμουλκήσουνε / να ρυμουλκούν / να ρυμουλκούνε |
| Προστακτική | — | ρυμούλκει / ρυμούλκησε | — | — | ρυμουλκήστε / ρυμουλκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →