Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηρέμηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηρεμώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηρεμώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηρέμηση < αρχαία ελληνική ἠρέμησις < ἠρεμέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηρέμησηηρεμήσεις
Γενικήηρέμησηςηρεμήσεων
Αιτιατικήηρέμησηηρεμήσεις
Κλητικήηρέμησηηρεμήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →