ησυχάζω
•
- μεταβατικόφέρνω κάποιον σε κατάσταση ηρεμίας, ενεργώ ώστε να πάψει να είναι ανήσυχος ή να θορυβεί Βικιλεξικό
- μεταβατικόφέρνω κάποιον σε κατάσταση ηρεμίας, ενεργώ ώστε να πάψει να ανησυχεί για κάτι Βικιλεξικό
- αμετάβατοέρχομαι σε κατάσταση ηρεμίας, παύω να θορυβώ ή να είμαι ανήσυχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ησυχάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἡσυχάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ησυχάζω | ησυχάζεις | ησυχάζει | ησυχάζουμε | ησυχάζετε | ησυχάζουν / ησυχάζουνε |
| Παρατατικός | ησύχαζα | ησύχαζες | ησύχαζε | ησυχάζαμε | ησυχάζατε | ησυχάζαν / ησυχάζανε / ησύχαζαν |
| Αόριστος | ησύχασα | ησύχασες | ησύχασε | ησυχάσαμε | ησυχάσατε | ησυχάσαν / ησυχάσανε / ησύχασαν |
| Μέλλοντας | θα ησυχάζω / θα ησυχάσω | θα ησυχάζεις / θα ησυχάσεις | θα ησυχάζει / θα ησυχάσει | θα ησυχάζουμε / θα ησυχάσουμε | θα ησυχάζετε / θα ησυχάσετε | θα ησυχάζουν / θα ησυχάζουνε / θα ησυχάσουν / θα ησυχάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ησυχάσει | έχεις ησυχάσει | έχει ησυχάσει | έχουμε ησυχάσει | έχετε ησυχάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ησυχάσει | είχες ησυχάσει | είχε ησυχάσει | είχαμε ησυχάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ησυχάσει / να ησυχάζω / να ησυχάσω | να έχεις ησυχάσει / να ησυχάζεις / να ησυχάσεις | να έχει ησυχάσει / να ησυχάζει / να ησυχάσει | να έχουμε ησυχάσει / να ησυχάζουμε / να ησυχάσουμε | να έχετε ησυχάσει / να ησυχάζετε / να ησυχάσετε | να ησυχάζουν / να ησυχάζουνε / να ησυχάσουν / να ησυχάσουνε |
| Προστακτική | — | ησύχαζε / ησύχασε | — | — | ησυχάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ησυχάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →