Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχογράφηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η καταγραφή ήχων σε κάποιο μέσο, συνήθως μαγνητικό, ώστε να είναι δυνατόν αυτοί αργότερα να αναπαραχθούν από κατάλληλη συσκευή Βικιλεξικό
  2. ο ίδιος ο ήχος που ηχογραφήθηκε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηχογράφηση < (ηχογραφώ) ηχογραφη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε ηχο- + -γράφηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηχογράφησηηχογραφήσεις
Γενικήηχογράφησηςηχογραφήσεων
Αιτιατικήηχογράφησηηχογραφήσεις
Κλητικήηχογράφησηηχογραφήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →