Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωνογράφηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αποτύπωση φωνής, ή ήχου (γενικότερα), σε οποιοδήποτε μέσο από το οποίο μπορεί ν΄ αναπαραχθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωνογράφηση < φωνογραφώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωνογράφησηφωνογραφήσεις
Γενικήφωνογράφησηςφωνογραφήσεων
Αιτιατικήφωνογράφησηφωνογραφήσεις
Κλητικήφωνογράφησηφωνογραφήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →