θάλλω
•
- ανθίζω, ανθοφορώ, βγάζω λουλούδια Βικιλεξικό
- Αυτό δεν θάλλει στους αγρούς / στους κήπους δεν υπάρχει / και τα αβρά του πέταλα / ο ήλιος δεν θάλπει. (Μαρία Πολυδούρη, Στη φίλη μου)
- μεταφορικάακμάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θάλλω (θάλ-jω/θάλ-νω) (ανθώ, βλασταίνω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →