θέλημα
•
- η βούληση Βικιλεξικό
- ήτανε θέλημα θεού η Ντόλυ να τον μπλέξει
- Να μην τα πολυλογώ, είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνη με θέλημά μου
- γεννηθήτω το θέλημά σου
- μικρή εργασία ή αποστολή που εκτελείται για λογαριασμό άλλου Βικιλεξικό
- ο παππούς τον έστελνε για θελήματα και όταν γύριζε τον φίλευε λουκούμι
- εργασία που εκτελεί ο παραγγελιοδόχος με αμοιβή (χρηματική ή σε είδος) Βικιλεξικό
- στο χωριό είχαμε παραγγελιοδόχο για τα θελήματα, στις μέρες μας υπάρχουν εξειδικευμένες εταιρείες
Ετυμολογία
θέλημα < αρχαία ελληνική θέλημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θέλημα | θελήματα |
| Γενική | θελήματος | θελημάτων |
| Αιτιατική | θέλημα | θελήματα |
| Κλητική | θέλημα | θελήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →