Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θέλημα

/ˈθe.li.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η βούληση Βικιλεξικό
    • ήτανε θέλημα θεού η Ντόλυ να τον μπλέξει
    • Να μην τα πολυλογώ, είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνη με θέλημά μου
    • γεννηθήτω το θέλημά σου
  2. μικρή εργασία ή αποστολή που εκτελείται για λογαριασμό άλλου Βικιλεξικό
    • ο παππούς τον έστελνε για θελήματα και όταν γύριζε τον φίλευε λουκούμι
  3. εργασία που εκτελεί ο παραγγελιοδόχος με αμοιβή (χρηματική ή σε είδος) Βικιλεξικό
    • στο χωριό είχαμε παραγγελιοδόχο για τα θελήματα, στις μέρες μας υπάρχουν εξειδικευμένες εταιρείες

Ετυμολογία

θέλημα < αρχαία ελληνική θέλημα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθέλημαθελήματα
Γενικήθελήματοςθελημάτων
Αιτιατικήθέλημαθελήματα
Κλητικήθέλημαθελήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →