θήτης
•
- ιστορίαΑθηναίος πολίτης χωρίς περιουσία ή σταθερό εισόδημα, μέλος της κατώτερης τάξης (πεντακοσιομέδιμνοι, τριακοσιομέδιμνοι / ιππείς, διακοσιομέδιμνοι / ζευγίτες, θήτες) τον 6ο αιώνα π.Χ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θήτης < αρχαία ελληνική θής < προελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θήτης | θήτες |
| Γενική | θήτη | θητών |
| Αιτιατική | θήτη | θήτες |
| Κλητική | θήτη | θήτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →