θητεύω
•
- λόγιομαθητεύω σε κάποιον σημαντικό δημιουργό ή καλλιτέχνη, ασχολούμενος με μια (σημαντική) τέχνη ή δραστηριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θητεύω < αρχαία ελληνική θητεύω < θής
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θητεύω | θητεύεις | θητεύει | θητεύουμε | θητεύετε | θητεύουν / θητεύουνε |
| Παρατατικός | θήτευα | θήτευες | θήτευε | θητεύαμε | θητεύατε | θήτευαν / θητεύαν / θητεύανε |
| Αόριστος | θήτευσα | θήτευσες | θήτευσε | θητεύσαμε | θητεύσατε | θήτευσαν / θητεύσαν / θητεύσανε |
| Μέλλοντας | θα θητεύσω / θα θητεύω | θα θητεύεις / θα θητεύσεις | θα θητεύει / θα θητεύσει | θα θητεύουμε / θα θητεύσουμε | θα θητεύετε / θα θητεύσετε | θα θητεύουν / θα θητεύουνε / θα θητεύσουν / θα θητεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θητεύσει | έχεις θητεύσει | έχει θητεύσει | έχουμε θητεύσει | έχετε θητεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θητεύσει | είχες θητεύσει | είχε θητεύσει | είχαμε θητεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θητεύσει / να θητεύσω / να θητεύω | να έχεις θητεύσει / να θητεύεις / να θητεύσεις | να έχει θητεύσει / να θητεύει / να θητεύσει | να έχουμε θητεύσει / να θητεύουμε / να θητεύσουμε | να έχετε θητεύσει / να θητεύετε / να θητεύσετε | να θητεύουν / να θητεύουνε / να θητεύσουν / να θητεύσουνε |
| Προστακτική | — | θήτευε / θήτευσε | — | — | θητεύετε / θητεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →