θίγω
•
- προσβάλλω Βικιλεξικό
- βλάπτω υλικά ή ηθικά Βικιλεξικό
- περιορίζω το δικαίωμα κάποιου πάνω σε κάτι ή του το αφαιρώ Βικιλεξικό
- επεμβαίνω, για να επιφέρω αλλαγές σε κάτι Βικιλεξικό
- ακουμπώ, χρησιμοποιώ Βικιλεξικό
- αφορώ Βικιλεξικό
- μιλάω για κάτι ευκαιριακά και επιφανειακά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θίγω < μεσαιωνική ελληνική θίγω < αρχαία ελληνική θιγγάνω (αόριστος β’: ἔθιγον) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική toucher)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θίγω | θίγεις | θίγει | θίγουμε | θίγετε | θίγουν / θίγουνε |
| Παρατατικός | έθιγα | έθιγες | έθιγε | θίγαμε | θίγατε | έθιγαν / θίγαν / θίγανε |
| Αόριστος | έθιξα | έθιξες | έθιξε | θίξαμε | θίξατε | έθιξαν / θίξαν / θίξανε |
| Μέλλοντας | θα θίγω / θα θίξω | θα θίγεις / θα θίξεις | θα θίγει / θα θίξει | θα θίγουμε / θα θίξουμε | θα θίγετε / θα θίξετε | θα θίγουν / θα θίγουνε / θα θίξουν / θα θίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω θίξει | έχεις θίξει | έχει θίξει | έχουμε θίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θίξει | είχες θίξει | είχε θίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θίξει / να θίγω / να θίξω | να έχεις θίξει / να θίγεις / να θίξεις | να έχει θίξει / να θίγει / να θίξει | να έχουμε θίξει / να θίγουμε / να θίξουμε | να θίγετε / να θίξετε | να θίγουν / να θίγουνε / να θίξουν / να θίξουνε |
| Προστακτική | — | θίγε / θίξε | — | — | θίγετε / θίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →