θιγμένος
•
- που έχει θιχτεί, προσβεβλημένος Βικιλεξικό
- θιγμένος εγωισμός, θιγμένη αξιοπρέπεια, θιγμένο ύφος
- έχουμε παρεξηγηθεί και νιώθουμε θιγμένοι
- που έχει ζημιωθεί, ζημιωμένος Βικιλεξικό
- θιγμένα συμφέροντα
Ετυμολογία
θιγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου θίγω
Άλλοι τύποι
θιγμέναθιγμένεθιγμένεςθιγμένηθιγμένηςθιγμένοθιγμένοιθιγμένοςθιγμένουθιγμένουςθιγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →