Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαθατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου λέει πολλά θα, που δίνει αόριστες κι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις Βικιλεξικό
    • Ο Γιωργάκης πιστεύει ότι είναι πρόεδρος Μη-Κυβερνητικ[ή]ς Οργάνωσης. Δεν ξέρει απ' αυτή τη δουλειά. Θα μας καταστρέψει παιδιά. Είναι ο Γιωργάκης ο θαπατέρας που λέ[με]. Ο θαθατζής ο γνωστός […]
    • υποστηρίξατε το μεγαλύτερο θαθατζή τον Μπενοβγενόπουλο

Ετυμολογία

θαθατζής (νεολογισμός) < θα + θα + -τζής :: λεξιπλασία του Τζίμη Πανούση (μαρτυρείται από το 2010)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθαθατζήςθαθατζήδες
Γενικήθαθατζήθαθατζήδων
Αιτιατικήθαθατζήθαθατζήδες
Κλητικήθαθατζήθαθατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →