Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαπατέρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόπολιτικός που δίνει υποσχέσεις αφειδώς ή αόριστες, ακολουθώντας την πρακτική του, επίσης πολιτικού, πατέρα του Βικιλεξικό
    • Δηλαδή, αυτός ο Παπατζής ο 3ος, όπως είναι το κανονικό του όνομα, ο Θαπατέρας, όπως τον λένε οι Ισπανοί, μας κορόιδεψε χοντρά

Ετυμολογία

θαπατέρας (νεολογισμός) < θα + πατέρας :: λεξιπλασία του Τζίμη Πανούση (μαρτυρείται από το 2010)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθαπατέραςθαπατέρες
Γενικήθαπατέραθαπατέρων
Αιτιατικήθαπατέραθαπατέρες
Κλητικήθαπατέραθαπατέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →