θαλασσοδάνειο
•
- κυριολεκτικάτο ναυτοδάνειο, δάνειο προς ναυτιλιακή εταιρεία Βικιλεξικό
- μεταφορικάδάνειο που, για διάφορους λόγους, δεν πρόκειται να επιστραφεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλασσοδάνειο < θάλασσα + -ο- + δάνειο (από την κακή συμπεριφορά ορισμένων εφοπλιστών να δανείζονται και να χρησιμοποιούν μικρό, μόνο, μέρος των χρημάτων για την αγορά πλοίων τα οποία παροπλίζονταν ή ναυαγούσαν με αποτέλεσμα να μην επιστρέφουν τα χρήματα στον δανειοδότη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλασσοδάνειο | θαλασσοδάνεια |
| Γενική | θαλασσοδάνειου / θαλασσοδανείου | θαλασσοδανείων |
| Αιτιατική | θαλασσοδάνειο | θαλασσοδάνεια |
| Κλητική | θαλασσοδάνειο | θαλασσοδάνεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →