Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαλασσοδάνειο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικάτο ναυτοδάνειο, δάνειο προς ναυτιλιακή εταιρεία Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδάνειο που, για διάφορους λόγους, δεν πρόκειται να επιστραφεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θαλασσοδάνειο < θάλασσα + -ο- + δάνειο (από την κακή συμπεριφορά ορισμένων εφοπλιστών να δανείζονται και να χρησιμοποιούν μικρό, μόνο, μέρος των χρημάτων για την αγορά πλοίων τα οποία παροπλίζονταν ή ναυαγούσαν με αποτέλεσμα να μην επιστρέφουν τα χρήματα στον δανειοδότη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθαλασσοδάνειοθαλασσοδάνεια
Γενικήθαλασσοδάνειου / θαλασσοδανείουθαλασσοδανείων
Αιτιατικήθαλασσοδάνειοθαλασσοδάνεια
Κλητικήθαλασσοδάνειοθαλασσοδάνεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →