θάλασσα
•
- το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης Βικιλεξικό
- γεωγραφίαθαλάσσιο τμήμα που συνδέεται με έναν ωκεανό Βικιλεξικό
- η επιφάνεια της θάλασσας Βικιλεξικό
- η θαλασσοταραχή Βικιλεξικό
- Ξεκινήσαμε για ψάρεμα με τη βάρκα αλλά βρήκαμε πολύ θάλασσα και γυρίσαμε πίσω.
- σεληνογραφίαέκταση στην επιφάνεια της Σελήνης που με το τηλεσκόπιο φαίνεται σκοτεινότερη και πιο επίπεδη από τα εδάφη που την περιβάλλουν Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πλήθος, πολύς Βικιλεξικό
- θάλασσα ανθρώπων (ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα)
- θάλασσα από λουλούδια (πάρα πολλά λουλούδια)
- θάλασσα δακύρων, θάλασσα από δάκρυα (Παραβάλετε ποτάμι δακρύων, βροχή)
- οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη θάλασσα, η ναυτιλία Βικιλεξικό
- Μέσα στην πανδημία, ούτε οι τράπεζες ήθελαν να επενδύσουν σε καινούριο τονάζ ούτε οι πλοιοκτήτες ή τα funds είχαν τη διάθεση να επενδύσουν στη θάλασσα. (Σίμος Παληός, Μάκης Προβατάς, Η θάλασσα είναι δρόμος. Για την ελληνική ναυτοσύνη του χτες και του αύριο, εκδ. Πατάκης, 2025)
Ετυμολογία
θάλασσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάλασσα, για ορισμένες έννοιες
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θάλασσα | θάλασσες |
| Γενική | θάλασσας / θαλάσσης | θαλασσών |
| Αιτιατική | θάλασσα | θάλασσες |
| Κλητική | θάλασσα | θάλασσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →