Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαυματουργός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάνει θαύματα Βικιλεξικό
    • Η έκφραση άξιον εστίν, με τη σημασία «αξίζει, ταιριάζει», αποτέλεσε την αρχή ενός μεγαλυναρίου της Παναγίας («άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον») και δόθηκε ως τίτλος σε μιαν αγιονορείτικη εικόνα της Θεοτόκου, που με θαυματουργό τρόπο υποτίθεται πως συνδέθηκε με τη γέννηση του ύμνου – και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη οικογένεια εικόνων.
    • Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, Α, 1894)
  2. που έχει εντυπωσιακά ευεργετικά αποτελέσματα Βικιλεξικό
    • θαυματουργό φάρμακο

Ετυμολογία

θαυματουργός < αρχαία ελληνική θαυματουργός < θαῦμα + -ουργός (< ἔργο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθαυματουργόςθαυματουργήθαυματουργό
Γενικήθαυματουργούθαυματουργήςθαυματουργού
Αιτιατικήθαυματουργόθαυματουργήθαυματουργό
Κλητικήθαυματουργέθαυματουργήθαυματουργό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθαυματουργοίθαυματουργέςθαυματουργά
Γενικήθαυματουργώνθαυματουργώνθαυματουργών
Αιτιατικήθαυματουργούςθαυματουργέςθαυματουργά
Κλητικήθαυματουργοίθαυματουργέςθαυματουργά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →