Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θελξικάρδιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μας ευχαριστεί, που μας κάνει να χαιρόμαστε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θελξικάρδιος < μεσαιωνική ελληνική θελξικάρδιος < θελξι- (< θέλγω) + -κάρδιος (< καρδία)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθελξικάρδιοςθελξικάρδιαθελξικάρδιο
Γενικήθελξικάρδιουθελξικάρδιαςθελξικάρδιου
Αιτιατικήθελξικάρδιοθελξικάρδιαθελξικάρδιο
Κλητικήθελξικάρδιεθελξικάρδιαθελξικάρδιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθελξικάρδιοιθελξικάρδιεςθελξικάρδια
Γενικήθελξικάρδιωνθελξικάρδιωνθελξικάρδιων
Αιτιατικήθελξικάρδιουςθελξικάρδιεςθελξικάρδια
Κλητικήθελξικάρδιοιθελξικάρδιεςθελξικάρδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →