θεμελιώδης
•
- σχετικός με τα θεμέλια Βικιλεξικό
- πρωταρχικής σημασίας Βικιλεξικό
- Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggenesia.html)
- Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
- μουσικήο θεμελιώδης τόνος (= ο πρώτος αρμονικός τόνος), η θεμελιώδης συχνότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεμελιώδης < θεμέλι(ο) + -ώδης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεμελιώδης | θεμελιώδης | θεμελιώδες |
| Γενική | θεμελιώδους | θεμελιώδους | θεμελιώδους |
| Αιτιατική | θεμελιώδη | θεμελιώδη | θεμελιώδες |
| Κλητική | θεμελιώδη / θεμελιώδης | θεμελιώδης | θεμελιώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεμελιώδεις | θεμελιώδεις | θεμελιώδη |
| Γενική | θεμελιωδών | θεμελιωδών | θεμελιωδών |
| Αιτιατική | θεμελιώδεις | θεμελιώδεις | θεμελιώδη |
| Κλητική | θεμελιώδεις | θεμελιώδεις | θεμελιώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →