θεονήστικος
•
- τελείως νηστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεονήστικος < θεο- + νηστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεονήστικος | θεονήστικη | θεονήστικο |
| Γενική | θεονήστικου | θεονήστικης | θεονήστικου |
| Αιτιατική | θεονήστικο | θεονήστικη | θεονήστικο |
| Κλητική | θεονήστικε | θεονήστικη | θεονήστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεονήστικοι | θεονήστικες | θεονήστικα |
| Γενική | θεονήστικων | θεονήστικων | θεονήστικων |
| Αιτιατική | θεονήστικους | θεονήστικες | θεονήστικα |
| Κλητική | θεονήστικοι | θεονήστικες | θεονήστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →