Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νηστεία

/niˈsti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εκούσια αποχή από τροφή Βικιλεξικό
    • νηστεία από κρέας
    • Βρήκαμε ένα φούρνο που έψηνε τις παραδοσιακές πίτες που όσοι τηρούν τη νηστεία του Ραμαζανιού τρώνε στο ιφτάρ, το γεύμα που παίρνεται στο σούρουπο, μόλις η νηστεία λάβει τέλος. (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. θρησκείααποχή από ορισμένα φαγητά σε προκαθορισμένες εποχές Βικιλεξικό
    • πέρασε όλη του τη ζωή με νηστεία και προσευχή
    • Η νηστεία των Χριστουγέννων καθιερώθηκε αρχικά από τον 4ο μ.Χ. αιώνα και επισημοποιήθηκε ως τεσσαρακονθήμερος γύρω στον 7ο μ.Χ. αιώνα. Η νηστεία ξεκινά στις 15 Νοεμβρίου και ολοκληρώνεται ανήμερα της εορτής των Χριστουγέννων. Τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα εκτός Τετάρτες και Παρασκευές επιτρέπεται η ιχθυοφαγία και η κατάλυση οίνου και ελαίου. Μετά την εορτή του Αγίου Σπυρίδωνα καταργείται η ιχθυοφαγία και συνεχίζει η κατάλυση οίνου και ελαίου στις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα εκτός Τετάρτης και Παρασκευής που είναι αυστηρή νηστεία. (Η Νηστεία ως τρόπος ζωής, Ιερά Μητρόπολις Κυτίου, ανακτήθηκε 8/5/2026 https://imkitiou.org/blog/koinonika-themata/i-nisteia-os-tropos-zois)
  3. κατ’ επέκτασητο χρονικό διάστημα της νηστείας Βικιλεξικό
    • η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας

Ετυμολογία

νηστεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νηστεία (ελληνιστική σημασία) < νηστεύω < νη- + ἐσθίω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνηστείανηστείες
Γενικήνηστείαςνηστειών
Αιτιατικήνηστείανηστείες
Κλητικήνηστείανηστείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →